Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η ΤΕΜΠΕΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ;


ΠΑΛΙ ΤΕΜΠΕΛΙΑΖΕΙΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ;
 
Της
Γεωργίας Λαζακίδου*

Διάβασε τα μαθήματα σου, μην τεμπελιάζεις και θα βραδιάσουμε πάλι
Πόσες φορές δεν έχει ακουστεί αυτή η φράση από τα στόματα των Ελλήνων γονέων προς τα παιδιά τους. Πόσες φορές την ημέρα αντικρίζουμε τη νωθρότητα των παιδιών μας και δυσαρεστούμαστε όταν αυτή συναγωνίζεται το άγχος και την αγωνία τη δική μας για ν’ αποκτήσουν τα παιδιά μας κάποιο επίπεδο γνώσης;
Μα, όμως, τι είναι αυτό που ωθεί τα παιδιά μας στην εκδήλωση αυτής της συμπεριφοράς; Τα αίτια έχουν διττή φύση: πότε είναι σωματικά και πότε ψυχικά.

Στα σωματικά εντάσσεται η ασυμφωνία πνευματικής και χρονολογικής ηλικίας. Αυτό σημαίνει ότι αν ένα πολύ ιδιαίτερο παιδί ενταχθεί στο σχολείο με βάση τη χρονολογική του ηλικία είναι αναπόφευκτο να νιώσει ανία μιας και τα ενδιαφέροντά του θα επικεντρώνονται σε μετέπειτα στάδια γνώσης που όμως δεν καλύπτονται στη συγκεκριμένη φάση.  Ταυτόχρονα, ένα παιδί που αδυνατεί να παρακολουθήσει το επίπεδο της προσφερόμενης γνώσης, με βάση τη χρονολογική του ηλικία, είναι φυσικό και αναπόφευκτο να δοκιμάσει τη «διαφυγή», μέσα από την ονειροπόληση, εφόσον υποχρεούται να παρακολουθήσει, σωματικώς, μια διαδικασία που απέχει τόσο από τα ενδιαφέροντά του όσο κι απ’ τις δυνατότητές του και στις απαιτήσεις της οποίας δεν μπορεί να ανταποκριθεί.
Ένας άλλος παράγοντας που ωθεί στην εκδήλωση της νωθρότητας είναι ο ανεπαρκής ύπνος κατά τη διάρκεια της νύχτας, αποτέλεσμα του οποίου είναι η υπνηλία κατά την έναρξη της μαθησιακής διαδικασίας αλλά και κατά τη διάρκειά της. Ακόμη και οι οπτικο-ακουστικές ελλείψεις παρεμποδίζουν την επικέντρωση της προσοχής, ιδιαίτερα εάν αυτές δεν εντοπιστούν έγκαιρα.
Η κόπωση όμως μπορεί να εμφανιστεί και εξαιτίας της υπερκόπωσης των παιδιών μας. Σημείο των καιρών η υπεραπασχόληση των παιδιών μας με σωρεία εξωσχολικών δραστηριοτήτων που δεν τους επιτρέπει ούτε και την ύπαρξη μιας ελεύθερης ώρας αφιερωμένη σε αυτά. Μιας ώρας που αυτά θα αποφασίσουν πώς θα τη διαθέσουν και πού.
Στα ψυχικά τώρα αίτια εμείς οι δάσκαλοι είμαστε οι πρωταίτιοι του κακού, αν δε φροντίζουμε ώστε το περιεχόμενο της διδασκαλίας μας να ξεκινά και να τελειώνει στα βιώματα του παιδιού. Μία παρατεταμένη  διδασκαλία πέραν των ενδιαφερόντων των παιδιών μετατρέπει τη μαθησιακή διαδικασία σε κατάσταση αγγαρείας και επομένως χάνεται η ουσία της και ακόμα χειρότερα εθίζει το παιδί σε αδιάφορη στάση απέναντι σε αυτήν.
Άλλοτε πάλι η οκνηρία γίνεται όπλο στα χέρια του παιδιού προκειμένου να εξωτερικεύσει την ανάγκη του για επικέντρωση προσοχής πάνω του. Αυτό διαπιστώνεται ιδιαίτερα στις περιπτώσεις γέννησης νέου παιδιού στην οικογένεια ή ακόμα και ανταγωνισμού με άλλο παιδί της ίδιας ή άλλης οικείας οικογένειας. Όταν ο γονέας επιχειρεί τη σύγκριση του δικού του παιδιού με άλλο, πιο αποτελεσματικό στη μάθηση, τότε ωθεί το παιδί του σε μία τέτοια αντίδραση. Άλλες φορές, πάλι, η ίδια αυτή νωθρότητα οδηγεί τους γονείς στο «παζάρεμα» της γνώσης κι έτσι το μικρό παιδί επιτυγχάνει το στόχο του που είναι η πραγματοποίηση ενός χατιριού που κάτω από άλλες συνθήκες θα έμενε απραγματοποίητο.
Διαπιστώνει λοιπόν κανείς ότι η νωθρότητα δεν είναι μια εγγενής κατάσταση αλλά προκαλείται από τους ενήλικες όπως ακριβώς ορίζει και ο νόμος της Φυσικής περί της δράσης-αντίδρασης. Δρα ο ενήλικας, αντιδρά ο ανήλικος.
Τι μπορεί να γίνει τώρα στην περίπτωση που έχω διαπιστώσει μία τέτοια μορφής συμπεριφορά στο παιδί μου;
Αν τα αίτια είναι σωματικής φύσης θα πρέπει λογικά κανείς να συνεργαστεί με το γιατρό που παρακολουθεί το παιδί.
Αν ωστόσο τα αίτια είναι κυρίως ψυχικής φύσης τότε μερικές συμβουλές είναι οι εξής :
1.   Να σταματήσω βαθμιαία την παροχή εξωτερικών κινήτρων και να φροντίσω για την αντικατάστασή τους από εσωτερικά κίνητρα όσον αφορά στην απόκτηση της γνώσης. Πολύ απλά να εξηγήσω στο παιδί μου ότι από τη μαθησιακή διαδικασία θα ωφεληθεί το ίδιο και μόνον και αν επιλέξει να μην ανταποκριθεί σε αυτήν να το ενημερώσω για τις μελλοντικές συνέπειες που θα έχει, ως ενήλικας πλέον.
2.   Εφόσον η νωθρότητα οφείλεται στην ανάγκη για επικέντρωση της προσοχής πάνω του, να αλλάξω το δικό μου πρόγραμμα στην ατζέντα μου και να βάλω στο καθημερινό μου πρόγραμμα μία ώρα αφιερωμένη στο παιδί μου και στις ανάγκες του. Αλήθεια πόσοι από εμάς περνάμε μία ποιοτική ώρα με το παιδί μας κάνοντας αυτό που εκείνο επιθυμεί και όχι κάνοντας εκείνο αυτό που εμείς επιθυμούμε;
3.   Να αποφεύγουμε την ειρωνεία και τη γελοιοποίηση σε περίπτωση που το παιδί κάνει λάθος αλλά αντίθετα να στηρίζουμε τον «αγώνα» του για να επιτύχει το σωστό. Οι σωματικές ποινές και η ταπείνωσή του βοηθούν μόνο στην απογοήτευση και ασφαλώς στην παραίτηση από κάθε καταβολή προσπάθειας.
4.   Τα ενδιαφέροντα του παιδιού πρέπει να είναι απόλυτα αποδεκτά και σεβαστά αλλά και ταυτόχρονα να εναρμονίζουμε κάθε είδους μαθησιακή προσπάθεια με αυτά. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εξαναγκάζουμε το παιδί να αποκτά ενδιαφέροντα μόνον και μόνον διότι εμείς θεωρούμε ότι τα συγκεκριμένα είναι πιο «φανταχτερά» για τον κοινωνικό μας περίγυρο. Αν για παράδειγμα, το παιδί μας ενδιαφέρεται για το ποδόσφαιρο και του στερούμε την ώρα που θα αφιέρωνε σε αυτό διαθέτοντας εκείνη την ώρα στην εκμάθηση πιάνου, που είναι πρέπον για την κοινωνική μας θέση και την εικόνα μας προς τα έξω, τότε πώς περιμένουμε να δείξει ενδιαφέρον και ζήλο για μάθηση;
5.   Αλλά και σε εμάς τους εκπαιδευτικούς, είναι χρήσιμο πολλές φορές να αναζητούμε κείμενα προς διδασκαλία ανάλογα με τα ενδιαφέροντα των παιδιών μας ή να προσαρμόζουμε τα προβλήματα των Μαθηματικών στις δικές τους απορίες και ανάγκες. Αλήθεια πόσο πιο αποτελεσματική γίνεται η μάθηση και πόσο πιο εύκολη όταν επιχειρούμε τέτοιες παρεμβάσεις;
6.   Τέλος, η ένταξη των παιδιών σε ομάδες εργασίας είναι πολύ πιο αποτελεσματική, όχι μόνο για τη μάθηση αλλά και για την αξιοποίηση όλων των μαθητών μας, μη αφήνοντας περιθώρια στην οκνηρία και την αδιαφορία.
Ας μη βιαζόμαστε, λοιπόν, να ετικετοποιούμε τα παιδιά μας αλλά να στεκόμαστε πιο σκεπτικιστικά και πιο ώριμα απέναντι σε αυτά. Πάνω απ’ όλα, όμως, να θυμόμαστε ότι για οποιαδήποτε συμπεριφορά-μυστήριο του παιδιού μας κρύβεται ένα αίτιο που μόλις το εντοπίσουμε και το τροποποιήσουμε, αυτόματα έχουμε αντιμετωπίσει και το πρόβλημα. Τέλος, χρήσιμο θα ήταν να θυμόμαστε ότι τα παιδιά είναι ο καθρέφτης μας. Ότι καλό ή κακό κάνουμε γυρίζει πίσω μας μέσα από αυτά.
 * Η Γεωργία Λαζακίδου είναι δασκάλα στο Δημοτικό Σχολείο Καρυών Χίου
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: